Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Στου Κουφο(υ)νησιού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα (Ημερολόγιο διακοπών)


   Κάθομαι   σε μια εξέδρα πάνω από τη θάλασσα πίνοντας τον απολαυστικά πικρό καφέ μου. Η αγάπη μου στο πλευρό μου έχει ήδη καταβροχθίσει  δύο φέτες  ψωμί με βούτυρο και μέλι και συνεχίζει το έργο της με δυο αυγά μάτια. Τα δικά μου μάτια δεν πιστεύουν το τι τρώει  πρωί πρωί και κάνω σκέψεις για ύπαρξη συγκοινωνούντων  λιπαποθηκών που έχουν ως αποτέλεσμα το να τρώει εκείνη και  να παχαίνω εγω.  Κοιτάζω τη θάλασσα και τον τρόπο που την αγκαλιάζει  ο ουρανός, τα λευκά καϊκια σαν επί της θαλάσσης σύννεφα, την παρέα των δύο αξύριστων, σαν και του λόγου μου, ξυπόλυτων και χωρίς μπλούζες νεαρών, που  λίγη ώρα πριν, ενώ κοιμόντουσαν  στην παραλία , λίγο έλλειψε λόγω μιας μεθυσμένης οδηγού, να μην ξυπνήσουν ποτέ  και ένα ζευγάρι κοντά στα εξήντα που διαβάζει τα βιβλία του και πού και πού σχολιάζει. Ίσως χωρίς το περιεχόμενο των  βιβλίων και τις αναγκαστικές παύσεις που δημιουργεί η ανάγνωσή τους, αυτό το ζευγάρι να μην είχε πλέον τίποτα να πει ύστερα από τόσα χρόνια συμβίωσης. Εκείνος  με λευκό  μούσι,  γυαλιά και τρόπο ομιλίας που θυμίζει έντονα καθηγητή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, Ιστορικό ή Αρχαιολόγο προσπαθεί να πιάσει κάπου κάπου  κουβέντα με τους δυο νεαρούς, με αφορμή το παραλίγο ατύχημά τους. Οι δυο συμπαθητικοί νέοι, που ως εκείνη την ώρα δε μιλούν καν μεταξύ τους λόγω του ότι ο ένας διαβάζει ένα χοντρό βιβλίο με θέμα τους «κοινωνικούς ληστές», απαντούν ευγενικά. Μαθαίνουμε ότι  ο αναγνώστης του βιβλίου είναι από την Καλαμάτα και ο φίλος του από τις Σέρρες αλλά, μάλλον λόγω σπουδών, ζουν στην Αθήνα.   Η χαρά της ζωής μου, μόλις έχει φάει την τελευταία μπουκιά από το πρωινό της και με απόλυτη διάθεση για κουβέντα, χωρίς πρόθεση απαλλαγής από προκαταλήψεις και κλισέ αναφορές, μου σχολιάζει  ότι ο Μακεδόνας , που αν και περισσότερο  μουσάτος  είναι  πιο ωραίο παιδί, έχει πολύ καθαρό βλέμμα,επειδή είναι Μακεδόνας σε αντίθεση με αυτό του Πελοπονήσιου, που επειδή είναι Πελοπονήσιος, κρύβει μια πονηριά πράγμα που του προσδίδει μια δυναμική που τον κάνει πιο γοητευτικό. Δεν ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω, οπότε σιωπώ και απλά κουνώ καταφατικά το κεφάλι, κάνοντάς το γαργάρα  λόγω της κατά το ήμιση πελοπονησιακής καταγωγής μου  που ενοχικά κολακεύεται.  Ο κύριος καθηγητής εξακολουθεί να προσπαθεί να πιάσει κουβέντα και εγώ σκέφτομαι ότι μάλλον η εμφάνιση και το ανάγνωσμα των  δύο φίλων, του θυμίζουν το αριστερό του παρελθόν και προσπαθεί νοσταλγικά να τους κλέψει κάτι από αυτό, μιας και το δικό του μάλλον τό ‘χασε κάπου ανάμεσα  στις διασκέψεις των συνδικαλιστών-ακαδημαϊκών του ΠΑ.ΣΟ.Κ και στις περιηγήσεις του στην ανανεωτική αριστερά, για ένα πουκάμισο αδειανό για έναν Κουβέλη. Όταν η κουβέντα τελειώνει, σηκώνεται όρθιος, παίρνει το κομμάτι από το ραβανί που έχει μείνει στο πιάτο του και αφού το κόβει σε μικρότερα κομμάτια, αρχίζει να το πετάει στη θάλασσα. Οι γλάροι εμφανίζονται λίγο μετά από τις σκέψεις για την ψυχική υγεία του καθηγητή κι αρχίζουν να γεύονται λαίμαργα το παραδοσιακό έδεσμα που έκανε διάσημη την Βέροια. Πλέον είμαι σίγουρος πως πρόκειται για μια καταπιεσμένη πλην όμως ευαίσθητη αριστερή ψυχή (γέλια χειροκροτήματα και προχωράμε)
   Την επόμενη μέρα φτάνει  στο νησί  και η δικιά μας παρέα, δηλαδή η παρέα της εκπληκτικής κοπέλας μου, δηλαδή μια φίλη της εκπληκτικής κοπέλας μου και ο φίλος της, δηλαδή η φίλη της εκπληκτικής κοπέλας μου ο φίλος της και κάποιο φίλοι τους , παρέα με κάποιους άλλους  φίλους τους. Ξέρεις τώρα πώς γίνονται αυτά, όπως φαντάζομαι γνωρίζεις ήδη πια ήταν η συμμετοχή μου στην επιλογή του προορισμού. Ποια συμμετοχή μου θα ρωτήσεις, θα συμφωνήσω και θα προχωρήσω παρακάτω. Οι περισσότεροι, μαζί και η οπτασία που αναφέρω ως κοπέλα μου,  έχουν έρθει ήδη αρκετές  φορές  στο νησί, πράγμα που όπως  γίνεται κατανοητό φέρνει στο προσκήνιο σχόλια, για το πώς άλλαξε το μέρος, πώς άρχισε να εκφυλίζεται κι αυτό, κοίτα που χτίζονται και νέες μονάδες φιλοξενίας τουριστών, Μύκονο θα το κάνουνε, πού ‘ναι τα χρόνια όμορφα χρόνια που χες λουλούδια μες τα μυαλά κλπ. Σκέφτομαι πως αντίστοιχη αγανάκτιση πρέπει να είχε και ο Ευρωπαίος που πρωτοεπισκεύτηκε την Αμερική και την έβγαλε καθαρή με τους ιθαγενείς με μερικά καθρεφτάκια και νερό της φωτιάς, μα όταν ξαναπήγε είδε χτισμένες πόλεις και το νερό της φωτιάς να του το πουλούν πανάκριβα και χωρίς  καν μεζέ. Βέβαια ο καλός ιθαγενής εξ Αμερικής σφαγιάστηκε, γιατί δεν ήξερε από ελεύθερη οικονομία για να εκμεταλευτεί ο ίδιος το ενδιαφέρον που έδειξαν για τον τόπο του οι  Δυτικοί, που γι’αυτόν ήταν μάλλον Ανατολικοί, αλλά έτσι κι αλλιώς η γη είναι στρογγυλή και η Αμερική ίσως νά’ταν  και η Ινδία.  Επίσης σκέφτομαι τον, δηλωμένα, πρώην (αλλά μέσα του νυν και αει) Πασόκο, φίλο της φίλης, που φωνάζει για τις συντεχνίες που θέλουν κλειστά τα επαγγέλματα και δεν αφήνουν την πρόοδο να  έρθει στον τόπο και να ανοίξουν θέσεις εργασίας και επιτέλους η ελεύθερη αγορά να λειτουργήσει όπως πρέπει... ελεύθερα. Ο ίδιος άνθρωπος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φωνάζει για την επερχόμενη "πρόοδο" στο νησί των διακοπών του.Του κακοφαίνεται που σε μερικά χρόνια μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις θα αρχίσουν να ανοίγουν σε ολόκληρο το νησί  και αν κάποιος μόνιμος κάτοικος διαμαρτυρηθεί ποτέ για την περιβαλλοντολογική καταστροφή του νησιού ή για την απόκλειστική εκμετάλευση του τουρισμού από τους «μεγάλους»  που αφήνει ψίχουλα για τους ντόπιους, αμφιβάλλω για το αν θα τον εντάξει σε κάποια συντεχνιακή ομάδα που απλά πλήττονται τα συμφέροντά της επειδή είχε καλομάθει τόσα χρόνια και δεν αφήνει να έρθει η πρόοδος και οι νέες θέσεις εργασίας (με όρους δουλοκτημοσύνης) στον τόπο.
   Για ένα μυστήριο λόγο όλοι οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς, επιθυμούν ο τόπος  των διακοπών τους να είναι μια σοσιαλιστική νησίδα, στην καλύτερη περίπτωση, που οι ιθαγενείς, ως αφελείς και καλοκάγαθοι χωρικοί, θα τους υποδέχονται στο λιμάνι για να τους προσφέρουν γλυκό του κουταλιού, ίσως και για να τους χορέψουν παραδοσιακούς χορούς, περνώντας τους παράλληλα λουλουδένια στεφάνια, πλεγμένα στο χέρι. Ο Αθηναίος, που όλο τον χρόνο  καρπαζώνεται από το αφεντικό του, την κυβέρνησή που τον έπεισε να ψηφίσει το αφεντικό του και νιώθει απειλούμενος από εκείνον που εξαθλιώθηκε τελείως για να μπορεί να υπάρχει το αφεντικό του και τώρα εποφθαλμιά τη θέση εργασίας του, ή το πορτοφόλι του, μήπως και αγοράσει λίγο ψωμί ή πρέζα για να ξεχάσει το ψωμί και την εργασία που δεν έχει, όταν πατάει στο νησί των διακοπών του νιώθει  σαν Γάλλος άποικος στην Ινδοκίνα, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Με τον παρά του και την κερά του που λέει ο λόγος. Όμως ο ίδιος είναι ο φορέας της ασθένειας της  "ανάπτυξης". Την κουβαλάει πάνω του και τη μεταδίδει όπου βρεθεί. Με το που θα πάει σε ένα «παρθένο» νησί, τσουπ! Νά το και το παράσιτο της "ανάπτυξης". Θα πάει σε ένα νέο, νά μετά από λίγο  ξανά η "ανάπτυξη" θα κάνει την εμφάνισή της. Και όταν πλέον μας τελειώσουν τα "αμόλυντα" μέρη για διακοπές και δε θα έχει πού να παει, ενώ η "ανάπτυξη" δε θα βρίσκει πού να μολύνει, θα πούμε οτι έχουμε κρίση. Κρίση ουρανοκατέβατη.  Θα πρέπει τότε να ξεαναπτυχθούν τα  ήδη "μολυσμένα" μέρη για να μπορούμε να τα ξανααναπτύξουμε και όταν  καταλάβουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδιέξοδο ίσως να πρέπει να εισβάλουμε σε ξένα μέρη παραθερισμού, με υποανάπτυκτους κατοίκους για να τα αναπτύξουμε κι αυτά.
  Τα μικροπαράπονα για τις αλλαγές στο νησί, από τους  κατά τα άλλα λάτρεις της Μυκόνου και της  αστικής τριφυλλότητας ,  ευτυχώς δε συνεχίζονται, αλλά έτσι κι αλλιώς  εγώ δεν έχω σκοπό να χαλάσω τις διακοπές μου για να υποδεικνύω τα όποια διανοητικά αδιέξοδα και τις αντιφάσεις κάνουν  την εμφάνισή τους. Είμαι μεγάλος πλέον για κάτι τέτοιο και επίσης μικροαστός  του κερατά που  έχω ανάγκη την ψευδαίσθηση της καλοκαιρινής χαλάρωσης, μακρυά από τα προβλήματα της Αθήνας (παράδειγμα γεωγραφικού προσδιορισμού των προβλημάτων γιατί δεν αντέχεται ο ταξικός).  Μόνες παραφωνίες στο υπόλοιπο των διακοπών το ότι ξεχνάω την ονομαστική εορτή του δεύτερου ονόματος, του  θησαυρού που πλαγιάζει το βράδυ στο πλευρό μου (ευτυχώς δεν υπάρχει τρίτο) και η τυχαία εμφάνιση στο νησί  καλλίγραμμης «παλιάς ιστορίας», που φέρνει και τα αντίστοιχα "μούτρα" με παράλληλη προσπάθεια επίδειξης ανωτερότητας, μπροστά σε κατώτερα ένστικτα όπως αυτό της ζήλιας. Θα μου πεις  "μόνες" τις χαρακτηρίζεις αυτές τις παραφωνίες; Έχουν κλείσει σπίτια για λιγότερα. Είμαι ζωντανός, υγιής και γράφω αυτές τις αράδες, οπότε  τέλος καλό όλα καλά, με μια σχετική προσθήκη  κολακευτικών προσδιορισμών  σε κάθε αναφορά στην καλή μου για εξιλέωση. Άγιο είχαμε και μη χειρότερα να λέμε.
   Τελευταίες  μέρες  στο νησί και μαθαίνω  από  μήνυμα στο κινητό ότι τα Μ.Α.Τ.  μπήκαν στη Χαλυβουργία. Αναμενόμενο, σκέφτομαι, να συμβεί κι αυτό κάποτε. Στο καράβι της επιστροφής η τηλεόραση παίζει  ΣΚΑΪ  και ο Αυτιάς επιδεινώνει τα όποια κρούσματα ναυτίας. Ένας ανεκδιήγητος, περιοδεύων σε κανάλια, εκδότης φυλλάδας, που μάλλον δεν είχε την ικανότητα να γίνει ούτε καραβανάς και έτσι επέλεξε την ιστορική ιδιότητα του ρουφιάνου,  μιλά για Βατερλώ του Π.Α.ΜΕ. Με την ατάκα του στα πρώτα μόλις δευτερόλεπτα της παρουσίας του έκανε εμφανές ότι δεν πληρώνεται με την ώρα αλλά με το κομμάτι, οπότε την πέταξε στα γρήγορα για να μην ξεχαστεί και δε βγει το μεροκάματο. Αμφιβάλλω αν ο ίδιος ξέρει τι είναι το Βατερλώ, αλλά αν είχε τέτοιου είδους γνώσεις ίσως να έβγαζε αλλιώς το ψωμί του. Εννέα μήνες, η   απεργία συνεχίζεται , καμία άλλη επιχείρηση του κλάδου στην περιοχή δεν έχει τολμήσει παρόμοιες μειώσεις μισθών και εκείνος μιλάει για Βατερλώ. Όμως ίσως έχει κι ένα δίκιο.  Πώς είναι να κερδίζεις ή να χάνεις αν δεν υπάρχει κανείς να επευφημίσει. Οι Χαλυβουργοί δίνουν μαθήματα αγώνα και νίκης, αλλά η εργατική τάξη στο σύνολό της δηλώνει ανεπίδεκτη μαθήσεως. Τα νέα ήθη εμφανίζουν τους  απεργοσπάστες, ως συνεπείς εργαζόμενοι, τον Μάνεσης, αφού απέλυσε εκατό, ως υπερασπιστή του δικαιώματος στην εργασία, ενώ την ίδια ώρα αθλητικά σάιτ, για μυαλά οπαδών, εμφανίζουν τάχα τυχαία "αριστερά" άρθρα για τον νέο συνδικαλισμό που πρέπει να έρθει  και  που δε θα ταλαιπωρεί την κοινωνία. Σου λέει "δεν είμαστε κατά του συνδικαλισμού βρε, απλά θέλουνε υπεύθυνο συνδικαλισμό, δεν ποινικοποιούμε την Αριστερά, απλά θέλουμε την υπεύθυνη αριστερά, που πετάει ψίχουλα ραβανι στους γλάρους". Παράλληλα ο εκφυλισμένος και διεφθαρμένος κυβερνητικός συνδικαλισμός, τσουβαλιάζεται με αυτόν που τόσα χρόνια  τον αντιπολιτευόταν, ενώ μέχρι εχθές ήταν ο ίδιος αυτός κυβερνητικός συνδικαλισμός που παρουσιαζόταν ως συνδικαλισμός της ευθύνης. «Εργατοπατέρες» λένε και την κλείνουν την υπόθεση. 
    Η εθνική οδός κλείνει από Χαλυβουργούς , αλληλέγγυους εργάτες, ασφαλίτες και Μ.Α.Τ. Οι οδηγοί, στην πλειοψηφία τους εργαζόμενοι, ταλαιπωρούνται καθώς οδεύουν για τα μπάνια του λαού. Μουντζώνουν κάνουν απρεπείς χειρονομίες προς τους απεργούς. Ένας νοικοκύρης-οικογενειάρχης κατεβαίνει νευριασμένος από το αμάξι στο οποίο βρίσκονται γυναίκα και παιδιά και γρονθοκοπεί έναν εργάτη. Οι υπόλοιποι  εργάτες πέφτουν πάνω του και αφού του κατεβάζουν τα μούτρα τον μπάζουν στο αμάξι του. Θυμάμαι εκείνον τον φίλο της φίλης, από τις διακοπές με το πασοκικό D.N.A που  όπως έμαθα, έκανε φασαρία γιατί ήθελε να πληρώσει τα διόδια ως νομοταγής πολίτης, όταν  το Π.Α.ΜΕ  τα είχε ανοίξει σε κινητοποίησή του.  Άνθρώπινα  Βατερλώ. Το «υπό» στην επαγγελματική τους ιδιότητα  «υπάλληλος» έχει καταγραφεί γονιδιακά, τους συνοδεύει  σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής τους και το υπερασπίζονται με πάθος ενάντια σε όποιον δε θέλει να είναι υπό και περιμένοντας εντολές για το σε τι να είναι υπέρ.  Εκφυλισμός.
   Ενδέχεται στις επόμενες εκδόσεις λεξικών, να μη συμπεριλαμβάνεται η λέξη «Αλληλεγγύη» λόγω μη χρήσης της. Εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο να αφαιρεθεί κι αυτή της «αξιοπρέπειας» ως ανατρεπτική των χρηστών ηθών. Υπάρχουν στιγμές που αναπολώ τις εποχές που υπήρχε επισήμως η λογοκρισία. Τις αναπολώ γιατί η ίδια η ύπαρξη της λογοκρισίας σήμαινε την ύπαρξη ώτων που ήθελαν να ακούσουν. Σήμερα επίσημη λογοκρισία δεν υπάρχει, επειδή δεν υπάρχουν και ώτα. Η κώφωση είναι επιλεκτική μεν γενικευμένη δε.  
   Το καλοκαιράκι κυλά και γύρω μας χτίζεται μια νέα πραγματικότητα για το Φθινόπωρο. Δε σου κρύβω ότι φοβάμαι. Φοβάμαι για όλους αυτούς που ψάχνουν το καλοκαίρι έναν ήρεμο τόπο για να ξεχάσουν τις χειμερινές ζωές τους. Φοβάμαι για εκείνους που αναζητούν τις διακοπές τους, όπως θα αναζητούσαν την πρέζα ή τα χάπια προσπαθώντας να ξεφύγουν και να κρυφτούν. Να ξεφύγουν και να κρυφτούν από αυτό που υποστήριξαν με ζήλο ο "οικογενειάρχης" και ο φίλος της φίλης,  νομίζοντας παράλληλα  οτι θα του ξεφύγουν οδικώς, για λίγο τουλάχιστον, με το να βγουν εκτός πόλης. Από το ίδιο το σύστημα. Από τον καπιταλισμό (ηλίθιε!). Αυτόν μισούν ακόμα κι όταν δεν το γνωρίζουν. Αυτόν μισούν, γι' άυτό αγανακτούν ή τρομάζουν με κάθε αλλαγή στο νησί που τους τον θυμίζει.  Φοβάμαι και τους φοβάμαι που ενώ αναζητούν την ελευθερία τους εποχικά, η Ελευθερία φορώντας  τη φόρμα εργασίας των Χαλυβουργών χτυπά την πόρτα του κλουβιού τους για να τους πει ότι είναι ξεκλείδωτη, μα κανείς δε θέλει να την ακούσει και να την ανοίξει. Αντίθετα κατεβάζουν πρόταση να την κλειδώσουν από μέσα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου