Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

EKEINH (NUITS AVEC MON ENNEMIE)



  Την κοίταξα με το που μπήκα. Κι εκείνη αλλά κάπως υποτιμητικά. Έφταιγε που είχα μπει στο μαγαζί από λάθος είσοδο κι εκείνη νόμιζε πως τό ΄κανα για να με προσέξουν. Όταν δε,  έμαθε οτι είμαι κι ο φίλος των παιδιών που τους είχε πει πριν από λίγο  οτι δε θα μπορέσει  να πάει  επειδή το πρωί του Σαββάτου δούλευε, η υποτίμηση έγινε αντιπάθεια. «Ποιος ξέρει τι είναι αυτός που το κάνει ολόκληρη ιστορία αν θά ‘ρθει». Η αλήθεια ήταν οτι είχα ξαπλώσει αλλά κάτι με τσίγκλαγε να πάω.   Η θήκη για την πίπα που μου είχε φέρει η κολλητή μου δεν έκανε τα πράγματα πιο εύκολα. «Καπνίζει και πίπα το νούμερο!».
  Την πλησίασα και της μίλησα «και για λέγε ποια είσαι εσύ;» είχα πάρει ήδη τις πληροφορίες μου και ήμουν διαβασμένος. «Τι θέλει τώρα ο μαλάκας»ευτυχώς δεν είπε αλλά ξέρω οτι το σκέφτηκε. Μιλήσαμε ώρα και άρχισε να ανοίγεται. Μου είπε για τη νέα της ζωή μετά το πανεπιστήμιο, το μεταπτυχιακό της στα οικονομικά (λέγε με mba), τη δουλειά της(κι όμως εν καιρώ κρίσης είχαμε κι οι δυο δουλεια, κάρμα), τη δύσκολη επιστροφή της στο πατρικό της. Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθια  και η  σκια ενός κορμιού ένα και ογδόντα σκέπασε ολόκληρη την καθιστή μου παρουσία. Δε χλώμιασα, είχε αρχίσει άλλωστε να με συμπαθεί. Όχι για πολύ. Η  ξαφνική αδιαθεσία της κολλητής μου με έκανε να φύγω άρον άρον χωρίς  καν να προλάβω  να τη χαιρετήσω. Δε μου το συγχώρεσε ποτέ.
  Την ξαναείδα μετα από δυο μέρες, όπου πέρασα από το σπίτι της για να πάρω εκείνη και τη κοινή μας φίλη  να πάμε να φάμε. Ναι η κοινή μας φίλη με είχε καλέσει χωρίς να μου αναφέρει με ποιον είναι. Ναι ήλπιζα ότι θα ήταν μαζί της κι έτσι ακύρωσα  την κυριακάτικη εργασία μου (κι όμως εν καιρώ  κρίσης είχα δουλειά και Κυριακή: μεγαλεία, την ακύρωσα: ύβρις). Ναι ήλπιζα ότι πρόκειται για γυναικεία συνομωσία. Ναι μόνο εγώ τελικά  το πίστευα.
   Τα εξήντα χιλιόμετρα που μου φαίνονταν άλλοτε βουνό διανύθηκαν σε χρόνο ρεκόρ  (ξέρω ξέρω αν είχα εταιρεία με εξωλέμβιες θα την έλεγα Pussyhair). Με υποδέχθηκε στην πόρτα. Εκείνη αμήχανη, εγώ Άντρας. Μπήκα μέσα χαλαρός προσπερνώντας  αδιάφορα το κασκόλ απεχθούς ομάδας που κρεμόταν από μια βιβλιοθήκη. " Μικροαστικές ανοησίες" τα είχα ξεπεράσει αυτά. Το μπαλκόνι της «έβλεπε» θάλασσα κι εγώ δεν απέφυγα μια κάπως «βρώμικη» σκέψη. Δεν ξέρω αν ήταν τόσο το ηλίθιο  βλέμμα  μου εκείνη τη στιγμή  ή εκείνη είχε το κληρονομικό χάρισμα,  πάντως με στραβοκοίταξε σα να μ'είχε ακούσει.
   Η βραδυά κυλούσε ευχάριστα. Ο νεαρός ιδιοκτήτης της ταβέρνας  και γνωστός των κοριτσιών, μας ανέλυε την υπεροχή της φυλής και την «ομάδα Ε» κι εγώ από απέναντι του έκλεινα το μάτι με νόημα συμπληρώνοντας παράλληλα όσα ξεχνούσε. Κι άλλοι έκαναν ανάλογες  υποχωρήσεις για μια θέση στο δημόσιο, εγώ πάλι για μερικά κερασμένα τσίπουρα. Όταν πήρε το μπουζούκι του και αφιέρωσε στην παρέα το « Μια όμορφη μελαχρινή» του Βαμβακάρη, κατάλαβα πως δεν πήγαινε σε όλη την παρέα η αφιέρωση. Επίσης  όταν η «μελαχρινή» ζήτησε να της αφιερωθεί το «Νοστιμο τρελλό μικρό μου» κατάλαβα ότι απολάμβανε και δεχόταν, με μια εμφανή ενοχή, το φλερτ.  Ευτυχώς η δική μου ήταν  η ξανθιά.
    Δυστυχώς ο συμπαθής άριος κάπελας δεν είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στον Μάρκο κι έτσι η καλή μας φίλη αρκέστηκε σε κονσέρβα εκτέλεση του τραγουδιού, με την υπόσχεση ότι την επόμενη φορά θα είχε μάθει να της το παίζει. Η νύχτα τους είχε φέρει αρκετά κοντά, αλλά κι εγώ δεν ήμουν κανας μαλάκας να τους κοιτάζω. Δεν ξέρω αν φταίει το τσίπουρο, το υψόμετρο ή τα μάτια της (και το τσίπουρο) αλλά αναλύοντάς της τον υφέρποντα αντικομμουνισμό στα εικονογραφηγήματα  «Τεντέν» του φιλοαποικιοκράτη Herge’ , προσπέρασα την  απάντηση «Χέστηκα για τον κομμουνισμό» ως  στιγμιαία και τυχαία αντίδραση. Άλλωστε τα χείλη μας ήταν ήδη πολύ κοντά.        «Ξέρεις θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου, ως φοιτήτρια ήμουν στη ΔΑΠ» τη φίλησα. Κομμένο το τσίπουρο .

Πέρασαν οι μήνες και οι μικρές χαριτωμένες διαφορές έγιναν φορτίο αβάσταχτο. Εκείνα τα εξήντα χιλιόμετρα ξανάρχισαν να μοιάζουν βουνό κι εγώ  είχα οπλιστεί με το ιδεολογικό μου δίκανο και την περίμενα σε κάθε λεκτική της γωνία, να της υποδείξω τον μικροαστικό τρόπο σκέψης της και  την ελιτίστικη συμπεριφορά μας. Καμιά φορά τα βρίσκαμε, άλλωτε πάλι την αντιμετώπιζα λες και ήταν η αηδιασμένη από τη βία των άλλων Αντουανέττα, που για δεκαετίες ανεχόταν τη βία που την οφελούσε . Εκείνη με έβλεπε, ως άξεστο εκτός εποχής  μεσοαστό, που ταυτίζεται με τους από κάτω αντί να κοιτάζει να ανοίξει τα φτερά του εκμεταλευόμενος τις δυνατότητες που του δίνονται. Ποτέ δεν παραδεχθήκαμε ότι μέσα μας, την ίδια ώρα που  ψάχναμε τρόπο να πικράνουμε ο ένας τον άλλον, κάναμε  δεύτερες σκέψεις, στις οποίες κατανοούσαμε αυτές, τις άλλες  απόψεις.. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι αυτές οι «μάχες» ήταν ένας τρόπος να κρατιόμαστε σε πνευματική εγρήγορση μέσα στη ρουτίνα μας.   Ο εγωισμός μου άλλωστε δε μου επέτρεπε να ηρεμήσω στη σκέψη ότι δε μπορούσα να πείσω πλήρως κάποιον που βρισκόταν τόσο κοντά μου. Αλλά και εκείνη, η γκουρού της αισθητικής και της μόδας, δε μπορούσε να κατανοήσει πώς και δε φόρεσα ποτέ εκείνο το ροζ POLO ή έστω δεν αποφάσισα να ντύνομαι σαν άνθρωπος.

Υπήρχαν στιγμές που ενώ τσακωνόμασταν ένοιωθα πως επί της ουσίας μάλωνε ο πρώην της με τη δικιά μου πρώην.  Πικρές ιστορίες που αφήνουν τα σημάδια τους, ακόμα κι αν δεν πιστεύεις  σε αυτά τα μικροαστικά (πουτάνες!). Εγώ είχα αποφασίσει να μη  δείξω καμία ανοχή ούτε βεβαίως ότι της «ανήκω» συναισθηματικά κι έτσι εγκλωβισμένος  ανάμεσα στο γρανίτινο τείχος των Ιδεών μου ούτε ανοιγόμουν ποτέ, ούτε άπλωνα το χέρι να πάρω ότι μου προσφερόταν  αβίαστα και σε αφθονία. Η δική της εμπειρία πάλι, την είχε κάνει ξεροκέφαλη μέχρι αφυδάτωσης, αλλά τουλάχιστον εκείνη, ακόμα κι έτσι, παρέμενε πάντα υπέροχη.

Τώρα τελευταία της έλεγα πως αν δεν της αρέσει,  η πόρτα ήταν ανοιχτή για να φύγει. Εκείνη όμως δεν έφευγε κι εγώ τσαντιζόμουν περισσότερο γιατι το έβλεπα ως έλλειψη  αξιοπρέπειας  το να μη  με στέλνει στο διάολο  (παρά μόνο στα λόγια). Πού να ξέρω εγώ από καθαρές αγάπες δίχως άλλες προσδοκίες, δεν μού’χε ξανατύχει ούτε πίστευα ότι υπάρχουν τέτοια πράγματα.

Τις τελευταίες μέρες δε σηκώνει τα τηλέφωνα αρνούμενη να μου μιλήσει. Εγώ πάλι ξέχασα εκείνα τα περί αξιοπρέπειας και εξακολουθώ να καλώ. Δε βαριέσαι , καλά κάνει,  απλά ήθελα να της ζητήσω συγγνώμη που χαρακτήριζα τα όμορφα βράδυα μας ως «Νύχτες με τον εχθρό μου».

A, ναι! κι οτι την αγαπάω.

 http://www.youtube.com/watch?v=JzOV2FF9pjk&feature=share

 


1 σχόλιο:

  1. Τις νύχτες μας δεν τις μοιραζόμαστε ποτέ με εχθρούς. Αυτούς τους αντιμετωπίζουμε μέρα, όταν τους λούζει το φως για να ξορκίζει τους μπερντέδες τους. Τις νύχτες τις κρατάμε γι' αυτούς που μας αφήνουν να δούμε την αλήθεια τους, όσους μπερντέδες κι αν ρίξουν πάνω τους. Κι αν τύχει καμιά φορά να μοιάζουν οι εχθροί της μέρας με τους μπερντέδες της νύχτας, κατά βάθος ξέρουμε πως είναι μόνο πλάνη και πως ανάπ άσα στιγμή μπορούμε να παραμερίσουμε το παραπέτασμα και ν' αφεθούμε. Γι' αυτό και τις νύχτες εμπιστευόμαστε, δεν παλεύουμε...

    Κατάφερες και μ' έκανες να ταυτιστώ, να προβληματιστώ, να γελάσω και να συγκινηθώ μέσα σε μερικές λέξεις. Συνέχισε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή